ξεκολλώ

ξεκολλώ
ξεκολλάω, ξεκολνώ (α) 1. μετ.
1) отклеивать; отдирать; отлеплять; 2) распаивать; 3) прям. , перен. отрывать; 2. αμετ. 1) отклеиваться; отдираться; отходить, отлепляться, отставать; отваливаться, отпадать; осыпаться (о штукатурке); 2) перен. откалываться, отходить (от компании и т. п.); 3) распаиваться; 4) отрываться, отвлекаться (от дела и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ξεκολλώ" в других словарях:

  • ξεκολλώ — και ξεκολνώ, άω 1. αποχωρίζω κάτι κολλημένο με κάτι άλλο, αποκολλώ («ξεκολλά τα γραμματόσημα από τα γράμματα») 2. απομακρύνω κάτι ή απομακρύνομαι από κάτι («δεν ξεκολλά ούτε στιγμή από τη γυναίκα του») …   Dictionary of Greek

  • ξεκολλώ — ξεκόλλησα, ξεκολλήθηκα, ξεκολλημένος 1. αποχωρίζω κολλημένα πράγματα, αποκολλώ. 2. μτφ., απομακρύνω ή απομακρύνομαι από κάπου: Δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τις παρέες του. 3. μτφ., πεθαίνω: Ξεκόλλησε κι αυτός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποκολλώ — (Α ἀποκολλῶ, άω) 1. ξεκολλώ 2. αποχωρίζω κάτι από κάτι άλλο, αποσπώ …   Dictionary of Greek

  • αφίημι — ἀφίημι (AM) 1. παύω να κρατώ ή να έχω κάτι, αφήνω 2. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι, ανέχομαι 3. απαλλάσσω, συγχωρώ αρχ. Ι. 1. ρίχνω, βάλλω, εξακοντίζω 2. (για υγρά) αφήνω κάτι να κυλήσει, να ρεύσει 3. (για ζωντανούς οργανισμούς) αποβάλλω,… …   Dictionary of Greek

  • κολλώ — και κολνώ (AM κολλῶ, άω) 1. συνενώνω με κόλλα ή άλλο συνδετικό υλικό δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή μέρη τού ίδιου πράγματος, συγκολλώ (α. «μού κόλλησε το τασάκι που έσπασε» β. «τά δὲ νεῡρα... περὶ τὸν τράχηλον ἐκόλλησεν», Πλάτ.) 2. συνδέω,… …   Dictionary of Greek

  • μεθίημι — (Α) 1. αφήνω, απολύω κάτι δεμένο ή χαλαρώνω κάτι τεντωμένο 2. λύνω, αφήνω κάποιον ελεύθερο, απελευθερώνω αιχμάλωτο («εἰ μὲν γὰρ κέ σε νῡν ἀπολύσομεν ἠὲ μεθῶμεν», Ομ. Ιλ.) 3. (για γυναίκα) διώχνω, αποπέμπω («ταύτην τε κελεύεις μετέντα θυγατέρα τὴν …   Dictionary of Greek

  • ξ(ε)- — (Μ ξ[ε] ) αχώριστο μόριο ρημάτων (προρρηματικό) που επεκτάθηκε και σε ουσιαστικά. Προήλθε από την πρόθεση ἐκ / ἐξ. Η μορφή ξ ερμηνεύεται από ρ. συνθ. με την πρόθεση έξ, με σίγηση τού αρκτικού ε (πρβλ. ξανοίγω < ἐξ ανοίγω, ξαρματώνω < ἐξ… …   Dictionary of Greek

  • ξεκολλάω — (σπάν. ξεκολλώ), ξεκόλλησα, ξεκολλημένος βλ. πίν. 58 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποκολλώ — ησα, ήθηκα, ημένος, ξεκολλώ: Ήταν φιλοτελιστής και αποκολλούσε πολύ προσεκτικά τα γραμματόσημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»